Άρθρα

Ένα δημοτικό τραγούδι που συγκλονίζει | Του νεκρού αδελφού

Του νεκρού αδελφού
Τα τελευταία χρόνια το λογοτεχνικό είδος που γνωρίζει μεγάλη άνθηση είναι η Λογοτεχνία του Φανταστικού. Δεκάδες βιβλία εκδίδονται στην Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ενώ πολλά από αυτά μεταφράζονται και στα ελληνικά και γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων, απευθυνόμενα τόσο σε ενήλικο κοινό όσο και σε εφήβους. Του νεκρού αδελφού

Κάτω από την ευρύτερη κατηγορία της Λογοτεχνίας του Φανταστικού στεγάζονται μυθιστορήματα και διηγήματα για φανταστικούς κόσμους και ήρωες, που παλεύουν με σκοτεινές δυνάμεις· για πόλεις σε άλλους πλανήτες, με όντα που ανήκουν σε ένα εξωανθρώπινο είδος και απειλούν τη Γη ή εξερευνούν άλλους Γαλαξίες · για περιπέτειες ανθρώπων σε ένα δυστοπικό μέλλον, όπου συνυπάρχουν ξωτικά, μάγισσες, τέρατα ή και ανδροειδή. Στοιχεία του Μεσαίωνα ενίοτε συμπλέκονται με ρομπότ και όντα που έχει παραγάγει- ή σκοπεύει να παραγάγει- η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος των τελευταίων δεκαετιών, ενώ στο παρασκήνιο καραδοκούν παράφρονες Ηγέτες, θανατηφόρες πανδημίες και Επαναστάτες, που αγωνίζονται να σώσουν τους καλούς από τους κακούς. Νεράιδες, θεοί της Αρχαίας Ελληνικής, Κελτικής και Σκανδιναβικής Μυθολογίας κάνουν την επανεμφάνισή τους και δρουν μέσα σε ένα περιβάλλον μυθοπλασίας, διατηρώντας τα βασικά χαρακτηριστικά τους, αλλά και παρουσιάζοντας νέα, σύμφωνα με τη βούληση του εκάστοτε συγγραφέα. Του νεκρού αδελφού

Αναζητώντας τις απαρχές αυτού του τόσου διάσημου, στις μέρες μας, λογοτεχνικού είδους μπορούμε να ταξιδέψουμε στην αρχαία Ελλάδα, σε πρώιμα έργα, όπως η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» του Ομήρου (8ος αιώνας π. Χ), αλλά και σε μεταγενέστερα, όπως τα «Αργοναυτικά», του Απολλώνιου του Ρόδιου ( 3ος αιώνας π. Χ). Του νεκρού αδελφού

Στο παρόν άρθρο, όμως, δεν θα αναλύσουμε πολύστιχα αφηγηματικά ποιήματα της Αρχαιότητας, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, με στόχο να ανιχνεύσουμε σε αυτά πρώιμη εμφάνιση στοιχείων της Λογοτεχνίας του Φανταστικού. Θα μεταφερθούμε αιώνες αργότερα, σε ένα ποιητικό έργο, με λίγους στίχους, αλλά με ολοκληρωμένη πλοκή, το οποίο μάς μεταφέρει σε έναν κόσμο φανταστικό και σε ένα κλίμα ζοφερό, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, μέσα από το κάτοπτρο του εξωπραγματικού. Του νεκρού αδελφού

Πρόκειται για την παραλογή με τίτλο «Του νεκρού αδελφού», που χρονολογείται από τους μελετητές τον 10ο αιώνα μ. Χ. Είναι ένα πολύστιχο ποίημα, με επικό εύρος και δραματική ένταση. Ο λόγος είναι πυκνός και λιτός, ενώ οι στίχοι είναι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι ανομοιοκατάληκτοι. Του νεκρού αδελφού

Πέρα όμως από τα μορφικά χαρακτηριστικά, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ο εντοπισμός στοιχείων του περιεχομένου, που οδηγούν στο να ταξινομήσουμε το δημοτικό αυτό τραγούδι, στα έργα της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για μια κατηγορία πολύ παλιά, η οποία δεν γεννήθηκε στην Αμερική ή στην Δυτική Ευρώπη, όπως λανθασμένα πιστεύουν αρκετοί. Του νεκρού αδελφού

Η αφήγηση ξεκινά με την εικόνα μιας ευτυχισμένης οικογένειας, η οποία αποτελείται από τη μητέρα, τους εννέα γιους και μία κόρη, που είναι πανέμορφη. Πατέρας δεν υπάρχει και ούτε δηλώνεται το τι απέγινε. Όλα βαίνουν καλώς, έως ότου παρουσιάζεται μία ανατροπή· δεν είναι άλλη από ένα προξενιό για την κόρη, που μαθαίνουμε ότι ονομάζεται Αρετή. Η ηρεμία της οικογένειας διαταράσσεται, συγκαλείται οικογενειακό συμβούλιο, καθώς ο γάμος της νέας συνδέεται με τον ξενιτεμό της.

Του νεκρού αδελφού

 

Στη συζήτηση συμμετέχουν οι οχτώ από τους αδελφούς, αλλά χωρίς να δηλώνονται τα ονόματά τους και χωρίς να ακούμε εμείς οι αναγνώστες τα λόγια τους. Αντίθετα, παρακολουθούμε τον παραστατικό διάλογο της μάνας με έναν από τους γιους, τον Κωνσταντή. Ή είναι ο μικρότερος, στον οποίο η μάνα έχει αδυναμία ή είναι ο μεγαλύτερος και έχει λάβει τη θέση του πατέρα στην οικογενειακή ιεραρχία.

Τελικά η άποψή του, να παντρέψουν την Αρετή στα ξένα, επικρατεί όλων, υπό το βάρος του επιχειρήματος ότι εκείνος ως ταξιδευτής χρειάζεται κάποιον δικό του στα μέρη όπου πηγαίνει· αυτό όμως που πείθει αμετάκλητα τη μάνα να συναινέσει στον γάμο της Αρετής είναι η δέσμευση – με όρκο- του Κωνσταντή ότι, εάν συμβεί κάτι κακό, ο ίδιος θα πάει να φέρει την αδελφή του πίσω στο πατρικό σπίτι, για να συμπαρασταθεί στη μάνα.

Στη συνέχεια, πέφτει θανατικό,- πιθανότατα κάποια πανδημία-, με αποτέλεσμα να πεθάνουν και τα εννέα αγόρια. Η μάνα παρουσιάζεται να οδύρεται στα μνήματα των παιδιών της και μάλιστα φτάνει στο σημείο να καταριέται τον Κωνσταντή για το ότι εκείνος πρότεινε να στείλουν την Αρετή στα ξένα, με αποτέλεσμα η ίδια να είναι μόνη και απεγνωσμένη από τα χτυπήματα της συμφοράς. Η ατμόσφαιρα του έργου, χωρίς να γίνει καν αντιληπτό από τον αναγνώστη με τρόπο ηχηρό, έχει μετατραπεί σε σκοτεινή και τρομακτική, με έντονη την γεύση του θανάτου. Με σημερινούς όρους θα χαρακτηρίζαμε το σημείο αυτό ως φέρον στοιχεία θρίλερ.

Αμέσως μετά η πραγματικότητα συναιρείται μέσα σε μια κατάσταση μη ρεαλιστική. Ο Κωνσταντής ανασταίνεται, όχι για να βλάψει τους ζωντανούς, όπως γίνεται συνήθως σε θρύλους και έργα της Φανταστικής Λογοτεχνίας, αλλά για να εκπληρώσει τον όρκο που είχε δώσει στη μάνα του και να φροντίσει ώστε να έχει πλέον για συντροφιά την αγαπημένη της κόρη.

Ο Κωνσταντής λοιπόν είναι βρικόλακας, ο οποίος καβαλικεύει το άλογό του- δεν μας δηλώνεται φυσικά πώς βρέθηκε εκεί το άλογο- και ταξιδεύει αστραπιαία ως τη Βαβυλώνα, όπου συναντά την αδελφή του. Ο χρόνος δεν λειτουργεί με κανονικότητα, οι αποστάσεις μηδενίζονται και μέσα στην ίδια νύχτα ο νεκρός πηγαίνει στην μακρινή πόλη και γυρίζει πίσω φέρνοντας την αδελφή του μαζί. Η συνύπαρξη και ο διάλογος μιας ζωντανής με έναν νεκρό, που μάλιστα μυρίζει λιβάνι, αποτελεί την κορύφωση της σύζευξης των δύο στοιχείων, πραγματικού και εξωπραγματικού.

Στη διαδρομή, μέσα σε ένα υποβλητικό σκηνικό, -όπου η φύση φαίνεται ακίνητη, καθηλωμένη να παρατηρεί όσα συμβαίνουν και είναι αντίθετα προς τη λογική- , παρεμβαίνουν κάποια στιγμή και τα πουλιά. Εμείς ως Έλληνες, εξοικειωμένοι –οι περισσότεροι- από τη μικρή μας ηλικία στα ακούσματα δημοτικών τραγουδιών, έχουμε πολλές φορές συναντήσει το μοτίβο των πουλιών που μιλάνε με ανθρώπινη φωνή. Όμως, αν εξετάσουμε το θέμα σε βάθος, θα αντιληφθούμε ότι πρόκειται για ένα μοτίβο της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, ιδιαίτερα ευρηματικό, που σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα θα προκαλούσε μεγάλη εντύπωση.

Τα δύο αδέλφια συνομιλούν και, όταν φτάνουν τελικά στον τόπο τους, μπροστά από την εκκλησία, ο Κωνσταντής επιστρέφει στον τάφο του, εφόσον έχει εκπληρώσει τον σκοπό του. Χωρίς να δηλώνεται, πάντως υποβάλλεται η ανατριχιαστική ησυχία της νύχτας, η φρίκη της μοναξιάς μιας μάνας που έμεινε μόνη μετά από απανωτές απώλειες αγαπημένων προσώπων και η εκκωφαντική σιωπή του θανάτου, που κυριαρχεί παντού.

Το σπίτι παρουσιάζεται ερειπωμένο και η παλμοί της καρδιάς της Αρετής -που συγκλονισμένη περπατά ως την πόρτα, μην μπορώντας να εξηγήσει με τη λογική τι έχει συμβεί από την ώρα που έφυγε από το σπίτι της, στη Βαβυλώνα- νιώθουμε σαν να συνοδεύουν στο ίδιο τέμπο τους παλμούς της καρδιάς του αναγνώστη, που βιώνει αγωνία για την τύχη της δυστυχισμένης κοπέλας, η οποία δεν γνωρίζει τίποτα από την τραγική αλήθεια των γεγονότων.

Το τέλος πραγματοποιείται σε έναν κόσμο ρεαλιστικό, με έντονη όμως τη σκιά του εξωπραγματικού, που μόλις έχει βιωθεί- με τη νεκρανάσταση του Κωνσταντή. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάζονται και πεθαίνουν την ίδια στιγμή. Ο θάνατός τους φυσικά δεν μπορεί να ερμηνευθεί με όρους της λογικής.

Η μάνα ίσως έπαθε ανακοπή από τη συγκίνηση, αλλά η Αρετή είναι νέα και δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε ένα αντίστοιχο αίτιο θανάτου. Άρα, και το τέλος, χωρίς να περιλαμβάνει βρικόλακες ή κάποιο άλλο πλάσμα της φαντασίας, υπάγεται τελικά στο παράλογο και το μη- ρεαλιστικό. Φυσικά, είναι ένα τέλος που θυμίζει αρχαία τραγωδία και δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να είναι διαφορετικό.

Το δημοτικό αυτό τραγούδι μπορεί να προκαλέσει πολλαπλές αναγνώσεις και θεάσεις μέσα από το πρίσμα της ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας, της θέσης της γυναίκας, της σχέσης μεταξύ μάνας και κόρης, της αδελφικής αγάπης και αρκετών άλλων επιμέρους θεμάτων. Επιλέξαμε να το δούμε ως ένα αριστούργημα της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, αναπτυγμένου μέσα σε στίχους, χωρίς πλατειασμούς και περιττά σημεία.

Μέσα σε 82 μόνο στίχους, παρακολουθούμε μία δραματική ιστορία, που κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον υπαρκτό του 10ου αιώνα και τον υπερφυσικό, με έναν νεκρό που κινείται και μιλάει και ταξιδεύει, και πουλιά που σχολιάζουν με ανθρώπινη λαλιά. Ο θάνατος επισκιάζει τα πάντα, καθώς κανένα από τα πρόσωπα του έργου δεν γλυτώνει τελικά.

Συγκεφαλαιώνοντας, η παραλογή «Του νεκρού αδελφού» είναι από τα πιο δυνατά έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ένα ποίημα που δεν δύναται να ξεχάσει ποτέ ο αναγνώστης εκείνος που ήρθε σε επαφή με το μεγαλειώδες αυτό δημιούργημα του ελληνικού λαού, ο οποίος διαθέτει έντονη φαντασία και απαράμιλλη τεχνική στην παρουσίαση δραματικών περιπετειών.

Αθήνα, 25-10-2016
Ηλέκτρα Αλεξάκη

Σχετικά με τον συντάκτη

mm

Marketing Consultant | Ad Solutions | AdSol

Η συγγραφή περιεχομένου για ένα site και ένα κείμενο είναι ζήτημα εξαιρετικής σπουδαιότητας για την επιτυχία του. Το κείμενο πρέπει να περιλαμβάνει λέξεις-κλειδιά, να είναι ενδιαφέρον προς ανάγνωση και η μαγική λέξη για έναν κειμενογράφο είναι: Απλότητα.

Προσθέστε σχόλιο

Πάτησε εδώ για να σχολιάσεις

Φθηνές ασφάλειες